Γη και αρχαιολογία

μια τεταμένη σχέση

Info: Η Louise είναι υποψήφια διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ στην Καλιφόρνια

Λέγεται ότι στην Ελλάδα «κάθε φορά που ένα φτυάρι σκαλίζει στο χώμα, ένα νέο εύρημα ανακαλύπτεται.» Μπορώ να σας εγγυηθώ με την επαγγελματική μου εμπειρία ότι αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα είναι μια χώρα πλούσια σε κινητές και ‘ακίνητες’ αρχαιότητες¹. Λόγω του πλούτου αυτού, υπάρχει συχνά σύγκρουση ανάμεσα σε ιδιοκτήτες γης, επενδυτές και αρχαιολόγους. Η νομοθεσία ορίζει ότι τα αρχαιολογικά ευρήματα αποτελούν ιδιοκτησία του κράτους και είναι αναπόσπαστο μέρος της εθνικής κληρονομιάς των κατοίκων της χώρας και το  κράτος είναι υποχρεωμένο να δράσει όπου απαιτείται για να εγγυηθεί για την προστασία τους. Με άλλα λόγια η εθνική νομοθεσία δίνει το δικαίωμα απαλλοτρίωσης μιας ιδιωτικής περιουσίας εάν κριθεί ότι αυτή έχει αρχαιολογική αξία. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς ότι η διατήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς υπερτερεί κάθε εναλλακτικής αξίας χρήσης της γης. Ενώ λοιπόν μερικοί θεωρούν ότι η αρχαιολογική κληρονομιά ανήκει στον ‘λαό’ ή στο ‘κοινό’, η άποψη αυτή έχει αποτύχει να δημιουργήσει ένα λειτουργικό μοντέλο που θα εξασφαλίσει τη διατήρηση των αρχαιολογικών χώρων και αντικειμένων, αλλά παράλληλα θα προστατεύσει τα δικαιώματα των ιδιοκτήτων γης.

Θα ήθελα να ξεκινήσω μια συζήτηση πάνω στη θέση του κράτους στην προσπάθεια διατήρησης της αρχαιολογικής κληρονομιάς και στις επιπτώσεις που προκύπτουν από τον διαχωρισμό της αρχαιολογίας από το κοινωνικό της πλαίσιο. Μελετώντας τις θέσεις πολιτών σχετικά με τις απαλλοτριώσεις και λαμβάνοντας υπόψη (α) τους διάφορους περιορισμούς που εφαρμόζονται σε ιδιωτική γη εάν αυτή έχει αρχαιολογική σημασία αλλά και (β)τη διαχείριση των δημόσιων ακινήτων που περιέχουν αρχαιολογικά ευρήματα, μπορούμε να αντιληφθούμε μια αυξανόμενη ανησυχία από τη μεριά των επενδυτών και των ιδιωτών. Θα ήθελα να προσεγγίσω το θέμα περιγράφοντας γενικά τη νομοθεσία και το υπάρχον σύστημα προστασίας. Στο επόμενο άρθρο μου, θα διερευνήσω ζητήματα αυθαίρετων έργων και κατασκευών αλλά και το φαινόμενο της αρχαιοκαπηλίας.

Από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους  τα αρχαιολογικά ευρήματα αποτέλεσαν κρατική περιουσία και μέρος της εθνικής κληρονομιάς (Doumas 2001; Sakellariadi 2008; Yalouri 2001). Το νομοθετικό πλαίσιο καθόριζε τους αρχαιολογικούς χώρους με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα, και οριοθετούσε ζώνες προστασίας με σκοπό την αποφυγή βανδαλισμών. Το 1834, ο πρώτος αρχαιολογικός νόμος στην Ελλάδα (Ν. 10/22) ανακήρυξε τα αρχαιολογικά ευρήματα εθνική περιουσία των Ελλήνων πολιτών και ιδιοκτησία του κράτους. ΄Έκτοτε αρκετές τροποποιήσεις έχουν ενισχύσει περεταίρω την θέση του κράτους. Για παράδειγμα ο νόμος 3028/2002 δίνει προτεραιότητα στο ‘συμφέρον του ελληνικού λαού’, όπως αυτό αντιπροσωπεύεται από το κράτος, που είναι η διατήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς.   Οι τροποποιήσεις αυτές σε πολλές περιπτώσεις δεν καθιστούν σαφή τα όρια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα αυτή να παρακάμπτεται από το απόλυτο δικαίωμα του κράτους να αποκτήσει κατοχή αυτής.

Η διαδικασία μετατροπής ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε κρατική  εξαρτάται από ένα ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο. Γενικά η διαδικασία ξεκινάει με την αναγνώριση των αρχαιολογικών ευρημάτων στο έδαφος. Η νομοθεσία επίσης απαιτεί αρχαιολογικές ανασκαφές πριν από οποιουδήποτε είδους ανάπτυξης, ιδιωτικής ή δημόσιας. Οι ιδιοκτήτες πρέπει να επικοινωνήσουν με την Αρχαιολογική Υπηρεσία έτσι ώστε να εκπονηθεί η σχετική αρχαιολογική μελέτη.  Κάποιος που γνωρίζει την γραφειοκρατία του κράτους μπορεί να καταλάβει την  πολυπλοκότητα της διαδικασίας. Από το 1834 η Αρχαιολογική Υπηρεσία, η οποία υπάγεται στο Υπουργείο Πολιτισμού, είναι υπεύθυνη για την διαχείριση και οργάνωση όλων των κρατικών ανασκαφών. Η  Αρχαιολογική Υπηρεσία είναι επίσης υπεύθυνη για την παρακολούθηση ξένων αρχαιολογικών έργων και ερευνητικών ανασκαφών Ελληνικών Πανεπιστημίων.  Ο φόρτος εργασίας της είναι μεγάλος, λαμβάνοντας υπόψη και τον αριθμό των ιδιωτικών αιτημάτων που πρέπει να εξεταστούν σε προστατευόμενες περιοχές όπου απαιτείται έλεγχος. Δυστυχώς, πολλοί ξεκινούν την υλοποίηση της επένδυσής τους χωρίς την κατάλληλη έγκριση και άδεια. Εάν οι ιδιοκτήτες δεν θέλουν να περιμένουν , αλλά συγχρόνως θέλουν να ακολουθήσουν τη νόμιμη οδό, έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν έναν αρχαιολόγο. Παρά το ότι πληρώνουν για την υπηρεσία αυτή, η έγκριση θα πρέπει ούτως η άλλως να δοθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι η μελέτη γίνεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Υπουργείου.

Για την διασφάλιση των αρχαιολογικών ευρημάτων ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία ανάλογα με τη χρονική περίοδο και τη σημασία του ευρήματος. Αρχικά γίνεται καταγραφή και στη συνέχεια τα ευρήματα είτε μεταφέρονται σε ασφαλή χώρο είτε  καλύπτονται για την ολοκλήρωση των ανασκαφών στην ευρύτερη περιοχή έτσι ώστε να εκτιμηθεί η σημασία αυτών.  Εάν αποφασιστεί ότι τα ευρήματα είναι σπάνια, εν συνεχεία η απαλλοτριώσιμη είναι πιθανή. Αυτή η απόφαση λαμβάνεται από την τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων ενώ η αποζημίωση στον ιδιοκτήτη γίνεται μέσω του Υπουργείου Πολιτισμού (Loukaki 2008).  Η απαλλοτρίωση δεν συνεπάγεται κατ ‘ανάγκη τη δημιουργία υπαίθριων χώρων ανοιχτών στο κοινό, παρά μόνο τον αποκλεισμό της ιδιοκτησίας από οποιαδήποτε μελλοντική εμπορική συνδιαλλαγή. Τα περισσότερα ευρήματα αποθηκεύονται (Doumas 2001: 77). Εάν η γη δεν απαλλοτριωθεί, τότε η αξιοποίησή της μπορεί να εγκριθεί συνήθως με ορισμένους περιορισμούς ως προς τη χρήση της. Στο υπάρχον σύστημα ιδιοκτησία, δικαιώματα και αξιοποίηση, παραμένουν τρεις συνισταμένες προβληματικές, ιδιαίτερα για τον ιδιοκτήτη ο οποίος συνήθως καταλήγει σε μειονεκτική θέση.

Οι διακυμάνσεις στην αξία της γης πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη, δηλαδή η αλλαγή στην αξία λόγω της μετάβασης από ιδιοκτησία με συγκεκριμένες εμπορικές χρήσεις σε ιδιοκτησία με συμβολική αξία (Hamilakis and Yalouri 1996). Σχετικά με την δουλειά της στην Πάρο, η Χασάκη (2010: 375) αναγνωρίζει ότι, “Για πολλούς ιδιοκτήτες , η πολιτιστική σημασία αποσπασματικών τοίχων, σπασμένων αγγείων, και ελλιπών μαρμάρινων αγάλματων δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη νομισματική αξία της γης, στην οποία αυτά εντοπίστηκαν, παρά μόνο την εγγενή αξία που έχουν για τους μελετητές της αρχαιότητας.” Η παραγωγικότητα για μια ιδιωτική ιδιοκτησία είναι εμπορική ή γεωργική με στόχο το κέρδος του ιδιοκτήτη και μπορεί να ποσοτικοποιηθεί. Μια τέτοια ‘ποσοτικοποίηση’ δεν είναι εύκολη την περίπτωση που μόνο η αρχαιολογική ερεύνα αποτελεί τη βασική συνιστώσα αξιοποίησης.

Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτή η διαφορά μεταξύ αναγνωρισμένων αρχαιολογικών χώρων και χώρων που δεν περιέχουν αρχαιολογικά ευρήματα. Επειδή η αρχαιολογία βρίσκεται ουσιαστικά παντού στην Ελλάδα δεν σημαίνει ότι κάθε κομμάτι του παρελθόντος έχει τη δυνατότητα να συγκινήσει τουρίστες ή γενικότερα τους μη ‘ειδικούς’. Ούτε κάθε  θραύσμα περιέχει συμβολικές αξίες. Αυτοί οι διαχωρισμοί είναι σημαντικοί για τη βέλτιστη διαχείριση μεταξύ των αρχαιολογικών χώρων και των εμπορικών χρήσεών τους. Αυταπόδεικτα συνεργατικές σχέσεις είναι γενικότερα δύσκολες μιας και όλο το βάρος πέφτει στους ιδιοκτήτες και στις Υπηρεσίες του Υπουργείου.  Μια σχέση συμβιβασμού μεταξύ των ιδιωτικών συμφερόντων και της προστασίας των αρχαιολογικών ευρημάτων είναι απαιτητή.

Ουσιαστικά, όλα τα αρχαιολογικά τεχνουργήματα μπορούν να αφαιρεθούν, από ναούς, τάφους κλπ., αλλά το πώς η Αρχαιολογική Υπηρεσία επιλέγει να τα αξιοποιήσει διαφέρει ανάλογα με τη σημασία, την ημερομηνία, τον τόπο και την έκταση αυτών των αντικειμένων, καθώς και το κόστος που συνεπάγεται.

——————————————————————————————————————————————————————————
Η Louise ενδιαφέρεται να συζητήσει τη σχέση και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων με την αρχαιολογία. Μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί της ([email protected]) ή να διαβάσετε περισσότερα για το έργο της εδώ: https://stanford.academia.edu/CherkeaHowery

Βιβλιογραφια:
Doumas, Christos. “Interpreting the Past in Modern Greece,” In Archaeology in the 21st
Century: The Dead Sea Scrolls and Other Case Studies. Edited by N. Silberman and E.
Frerichs, p. 75-92. Jerusalem: Israel Exploration Society, 2001.
Government’s Gazette, no 153, 28 June 2002. Law no 3028, For the Protection of Antiquities
and in General of Cultural Heritage. http://www.yppo.gr/5/g5220.jsp#
Hamilakis, Yannis and Eleana Yalouri. “Antiquities as Symbolic Capital in Modern Greek
Society,” Antiquity 70 (1996): p. 117-129.
Hasaki, Eleni. “A Stratigraphy of Meanings: Integrating Antiquities into Daily Life at Paroikia, Paros.” In Archaeology in Situ: Sites, Archaeology, and Communities in Greece. Edited by Anna Stroulia and Susan Buck Sutton, p. 373-396. Lanham, Maryland: Lexington Books, 2010.
Loukaki, Argyro. Living Ruins, Value Conflicts. Aldershot: Ashgate, 2008.
Sakellariadi, Anastasia. “Archaeology and Museums in the Nation Building Process in
Greece,” Comparing National Museums. Sweden: NAMU IV presentation, 2008.
Yalouri, Eleana. The Acropolis: Global Fame, Local Claim. Oxford: Berg, 2001.

πίσω στα άρθρα

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό μας δελτίο για να λάβετε μελλοντικά άρθρα:

« | »